Χαιρετισμός του Αθηνών Ιερωνύμου Β΄ στο Διεθνές Συνέδριο
«Η Θεολογία ως Μαρτυρία
Το Ιεραποστολικό και Εκκλησιαστικό Όραμα
του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας
κυρού Αναστασίου [Γιαννουλάτου]
Εκδήλωση εις Μνήμην του ενός Έτους από την Εκδημία του»

Ακόμα διάγουμε τη λαμπρή μεθεόρτια περίοδο της δεσποτικής εορτής των Χριστουγέννων. Δεν έχει παρέλθει μήνας που, στον λειτουργικό χρόνο, ο Υιός και Λόγος του Θεού κενώσας εαυτόν έγινε ταπεινός άνθρωπος, γνωρίζοντας τη φτώχεια και το κρύο, πάσχοντας ως θνητός. Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ψάλλαμε τις προηγούμενες μέρες, μαζί με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους αγγέλους που περιβάλλουν το άγιο θυσιαστήριο στη Θεία Λειτουργία.
Η αίσθηση αυτή της ευαλωτότητας και θνητότητας του άρτι γεννηθέντος, ο παραδαρμός στην οδύνη του κόσμου, δεν είναι παρά η αρχή της πορείας του μεγάλου κεφαλαίου της σωτηρίας των ανθρώπων, και μαζί της φύσης, η οποία συστενάζει και συνωδίνει (Ρωμ. 8,22). Η προδοσία, ο θάνατος, η εις Άδου κάθοδος, το πικρό ξάφνιασμα του Άδη που αντίκρυσε τον ζωοδότη Χριστό, η Ανάσταση, η προσδοκία της Αναστάσεως όλων, είναι η ολοκλήρωση του κεφαλαίου της σωτηρίας και –με δυο λόγια– η καρδιά της χριστιανικής διδασκαλίας και πίστης.
Δεν έχει παρέλθει χρόνος, σιμώνει σε λίγες μέρες, που θρηνήσαμε την εκδημία ενός αδελφού, σεβαστού ιεράρχη του κυρού Αναστασίου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, και βεβαιώσαμε και βεβαιωθήκαμε ξανά για την προσδοκία της Αναστάσεως.
Ο κυρός Αλβανίας Αναστάσιος βρίσκεται σήμερα πρόσωπο προς πρόσωπον με τον ζωοδότη και σωτήρα Χριστό. Και αν εμείς, οι εν τω κόσμω ζώντες, δεν μετέχουμε ακόμα στην πληρότητα των αρρήτων μυστηρίων της μετά θάνατον εν Χριστώ ζωής του μακαριστού αρχιεπισκόπου, και δεν δυνάμεθα να τα διανοηθούμε, πόσω μάλλον να τα περινοήσουμε, μπορούμε ασφαλώς να περιγράψουμε τα απτά βήματα του βίου και της πολιτείας του, εδώ στον ιστορικό χρόνο — τον παρόντα χρόνο της συγχρονίας μας.
Η Εκκλησία διδάσκει με τη λατρεία της, διδάσκει με τον λόγο της, και ιδίως διδάσκει με την πράξη της, με τη βιωτή της στον δρόμο και το παράδειγμα του Χριστού.
Ο μακαριστός αδελφός μας Αναστάσιος δίδαξε και με τα τρία. Ειδικότεροι εμού θα μιλήσουν στο παρόν συνέδριο αναλυτικά για τις επιμέρους διαστάσεις του έργου του. Για τον λόγο αυτό συγχαίρουμε τους διοργανωτές του συνεδρίου, για τη δυνατότητα που μας προσφέρουν σήμερα μελέτης και σπουδής του πολύπλευρου έργου του μακαριστού ιεράρχη και ιδίως της ιεραποστολικής του διάστασης. Συγχαίρουμε τον σύλλογο Μνήμη και Πρωτοπορία, που πήρε αυτή τη χρηστή πρωτοβουλία, και τους αξιόλογους συνεργαζόμενους φορείς, ήτοι το Sankt Ignatios College (Σανκτ Ιγνάτιος Κόλετζ) της Στοκχόλμης, και τα δύο Εργαστήρια «Θρησκειολογίας και Βιοηθικής των Θρησκειών “Βασίλειος Φανάρας”» καθώς και «Κανονικού Δικαίου» του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του ΕΚΠΑ.
Είναι σημαντικό η ακαδημαϊκή θεολογία να συμβαδίζει με τη ζώσα Εκκλησία, όπως και η Εκκλησία να ακούει με προσοχή τη φωνή της θεολογίας. Ειδικότερα στο θέμα του Διεθνούς Συνεδρίου που είναι «Η Θεολογία ως Μαρτυρία», μια θεολογία αναφερόμενη κατεξοχήν στο «ιεραποστολικό και εκκλησιαστικό όραμα» του μακαριστού αρχιεπισκόπου, αναδεικνύεται η θαυμάσια αυτή εναρμόνιση της ακαδημαϊκής έρευνας με το εκκλησιαστικό έργο. Βλέπουμε ότι εδώ συμβαδίζει η θεωρία με την πράξη στο πεδίο της ποιμαντικής και ιεραποστολικής μέριμνας της Εκκλησίας, που μπορεί και πρέπει να υπηρετείται από την αντίστοιχη Ιεραποστολική Θεολογική Σπουδή.
Ο κυρός Αναστάσιος έφθασε στην Αλβανία ως έξαρχος το 1991 και ως αρχιεπίσκοπος από το 1992, με την ευλογία και εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αμέσως μετά την κατάρρευση του πιο αθεϊστικού καθεστώτος που γνώρισε η Ευρώπη. Βρήκε στάχτη. Αλλά και ζωντανή φωτιά σε μικρά καρβουνάκια μέσα στη στάχτη. Τα ανακάλυψε, τα φρόντισε. Οικοδόμησε μια Εκκλησία από την αρχή. Μερίμνησε για τις χειροτονίες, για τις εκκλησίες, για τα λείψανα, αναστήλωσε εικόνες και μνημεία. Μίλησε στην ψυχή του κόσμου, φρόντισε την εκπαίδευση, θεολογική και κοσμική, καλλιέργησε το ήθος των στελεχών της Εκκλησίας. Με τη βοήθεια και της χώρας μας, και όλου του κόσμου, με τη βοήθεια και των αδελφών Εκκλησιών, η Εκκλησία της Αλβανίας στάθηκε στα πόδια της. Ήχησε ξανά ο ήχος της καμπάνας που καλεί τους πιστούς στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στη Βασιλεία του Θεού. Σήμερα το εκκλησιαστικό έργο συνεχίζεται, εκεί όπως και εδώ, αναστάσιμο και ζωντανό, και η φιλία των λαών μας —στην οποία η πίστη είχε κεντρική σημασία— ανθεί και θάλλει.
Χαιρετίζουμε τις εργασίες του παρόντος συνεδρίου και ευχόμαστε να φέρει πλούσιους και μόνιμους καρπούς.
Ο Αθηνών Ιερώνυμος Β΄
Αθήνα, 16 Ιανουαρίου 2026


